© Paronomastis. All rights reserved

e-mail: paronomastis@gmail.com © Paronomastis. All rights reserved

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Λογοδοσία


Γράφει ο Π. Ιωακείμ 

Α. Εισαγωγή
Β. Η λογοδοσία ως διαδικασία κριτικής
Γ.  Η στοχοθεσία ως προϋπόθεση  ουσιαστικής λογοδοσίας
Δ.  Η διαφάνεια και η λογοδοσία ως όπλα κατά της διαφθοράς  


Α. Εισαγωγή
Μια  έννοια  που χρησιμοποιείται συχνά όταν εξετάζεται η δημοκρατικότητα ενός συστήματος είναι η ‘λογοδοσία’. Γενικώς, ο όρος σημαίνει δίνω λόγο, εξηγώ, απολογούμαι. Η λογοδοσία σημαίνει ότι ένας άνθρωπος ή ένας φορέας είναι υπεύθυνος έναντι κάποιου ή κάποιων άλλων, και είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει για τις δράσεις, ή τις παραλείψεις του, αλλά και να τις δικαιολογήσει. Η διαδικασία της λογοδοσίας ισχύει τόσο σε μηχανισμούς λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα, όσο και σε πλαίσια πολιτικής εξουσίας ή διακυβέρνησης. Η λογοδοσία δεν έχει αντικείμενο την απλή και άκριτη ενημέρωση. Η ουσιαστική λογοδοσία συνεπάγεται αναγνώριση και ανάληψη ευθύνης για δράσεις και συμπεριφορές. Φυσικά, η λογοδοσία μπορεί να
έχει τη μορφή προφορικής εξήγησης ή τη μορφή γραπτού κειμένου.
    Η έννοια της λογοδοσίας υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα αλλά και στη Ρώμη και σε όλη τη Μέση Ανατολή. Πιθανότατα, η πρώτη γραπτή αναφορά λογοδοσίας  υπάρχει στον Κώδικα του Χαμουραμπί, όπου περιγράφονται ορισμένες κοινωνικά ανεπιθύμητες ενέργειες και οι συνέπειές τους.
   Στην Αρχαία Αθήνα, λογοδοσία σήμαινε αυστηρή και λεπτομερή δημόσια αξιολόγηση των αρχόντων στο τέλος της θητείας τους και την επιβολή αυστηρών ποινών σε όσους είχαν ασκήσει πλημμελώς τα καθήκοντα τους. Λογοδοσία όφειλαν και οι πρεσβευτές, που ήταν υποχρεωμένοι, μέσα σε τριάντα ημέρες από το πέρας της αποστολής τους, να λογοδοτήσουν για την δράση τους και να δικαιολογήσουν πώς χρησιμοποίησαν τους πόρους που η πόλη τους εμπιστεύθηκε.
Προφανώς, ο όρος ‘λογοδοσία’ μπορεί να έχει μία σημαντική ηθική συνιστώσα, και αυτό φαίνεται και σε πολλά θρησκευτικά κείμενα. Επί παραδείγματι, ο συγγραφέας της Επιστολής προς Εβραίους αναφέρει ότι και οι πιστοί «έχομεν να δώσωμεν λόγον» απέναντι στον Θεό (Εβρ. 4/δ/13) και οι πρεσβύτεροι των εκκλησιών πρόκειται «να αποδώσωσι λόγον» υπέρ των ψυχών των πιστών (Εβρ. 13/ιγ/17).
   Με την εμφάνιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης η υποχρέωση λογοδοσίας έχει καταστεί σημαντικό θέμα για τη νομιμότητα ακόμη και διεθνών οργανισμών (π.χ. Παγκόσμια Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο). Μέχρι προσφάτως, δεν είχαν προβλεφθεί ισχυροί μηχανισμοί λογοδοσίας και τα διοικητικά όργανα συχνά επικρίθηκαν για συναλλαγές και μεροληπτικές χορηγίες που υποκρύπτουν σοβαρά λάθη στρατηγικής, αλλά ακόμα και σκοτεινές πολιτικές συναλλαγές.


Β. Η λογοδοσία ως διαδικασία κριτικής

‘…στην ουσία, η κριτική βοηθά στο να σκοτώνονται οι (λανθασμένες)  ιδέες , αντί να σκοτώνονται (ηθικά ή φυσικά) οι άνθρωποι’.
Karl Popper

Τόσο στην πολιτική, όσο και στο χώρο της επιστήμης, συναντάμε συχνά συλλογισμούς (προτάσεις) της μορφής «αν ισχύσει το Α τότε θα προκύψει το Β». Ο έλεγχος της ορθότητας αυτής της πρότασης  λέγεται κριτική.  Είναι προφανές ότι η κριτική μας επιτρέπει να εντοπίσουμε και εξαλείψουμε τις λανθασμένες προτάσεις και αυτό ισοδυναμεί – εν πολλοίς- με αυτό που ονομάζουμε κοινωνική ή επιστημονική πρόοδο: Ο εντοπισμός των λανθασμένων προτάσεων μας επιτρέπει, αν θέλουμε, να ασχοληθούμε απρόσκοπτα και δημιουργικά με αυτό που- προς το παρόν-  φαίνεται να ισχύει.
   Είναι προφανές, ότι μια ουσιαστική λογοδοσία εμπεριέχει το στοιχείο της κριτικής και συνεπώς η λογοδοσία περιέχει, εν σπέρματι, τη δυναμική της βελτίωσης και της προόδου. Στο κλασσικό πόνημα του ‘Η ανοικτή κοινωνία και οι εχθροί της’ ο φιλόσοφος Karl Popper, ένας από τους κορυφαίους στοχαστές του  20ου αιώνα  στον απαιτητικό χώρο της επιστημονικής μεθοδολογίας, λέει χαρακτηριστικά: ‘στην ουσία, η κριτική βοηθά στο να σκοτώνονται οι (λανθασμένες)  ιδέες, αντί να σκοτώνονται (ηθικά ή φυσικά) οι άνθρωποι’.
   Στα πλαίσια της κοινωνικής λειτουργίας, η κριτική έχει δύο μορφές : την προληπτική κριτική (κριτική επί των προτάσεων πριν την εφαρμογή τους) και την αναδρομική κριτική (κριτική επί του αποτελέσματος εφαρμογής των προτάσεων).
Στην προληπτική κριτική συνεξετάζονται τα εξής βασικά στοιχεία:
1. Εξέταση διαθέσιμων (ή επιλεγμένων) μέσων και αποτελεσματικότητας. Είναι, ίσως, η συνηθέστερη μορφή προληπτικής κριτικής. Στη διαδικασία αυτή εξετάζουμε κριτικά αν  επαρκούν τα διαθέσιμα ή διατιθέμενα μέσα για την επίτευξη του προσδοκώμενου αποτελέσματος. Επί παραδείγματι: αρκεί η συμπλήρωση του εντύπου του ‘πόθεν έσχες’ για την εξάλειψη της διαφθοράς από πολιτικά πρόσωπα και  διοικητικούς υπαλλήλους;
2. Εξετάζουμε αν η πρόταση για δράση είναι συμβατή με τη διέπουσα- ρητά ή άτυπα- επιλογή και ιεράρχηση αξιών.  Είναι η μορφή κριτικής με ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Με τον τρόπο αυτό ελέγχουμε τόσο αν ο προτεινόμενος στόχος είναι επιθυμητός, όσο και αν είναι ο προτιμητέος μεταξύ εναλλακτικών επιλογών. Η κριτική μπορεί να καταδείξει ότι οι πόροι που θα απαιτηθούν για την επίτευξη  του στόχου μπορεί να πετύχουν, έναν άλλο, ιεραρχικά ανώτερο στόχο. Μπορεί, επίσης,  να προκύψει ότι η προτεινόμενη επιλογή έρχεται σε αντίθεση με μια άλλη, ιεραρχικά ανώτερη επιλογή. Επί παραδείγματι: επιτρέπουμε να λειτουργήσει ένα νταμάρι σε μια περιοχή υψηλού φυσικού κάλλους γιατί θα δημιουργήσει τοπικές θέσεις εργασίας (κάτι που εν γένει αποτελεί κοινωνικά αποδεκτό στόχο), ή η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί ιεραρχικά υψηλότερη αξία;
3. Εξετάζουμε και αξιολογούμε τις ευρύτερες επιπτώσεις της πρότασης. Είναι, από επιστημονικής άποψης, η πιο  απαιτητική μορφή κριτικής, καθώς απαιτεί εξαιρετικές γνώσεις τόσο του τοπικού περιβάλλοντος, όσο και των τομεακών αλληλεξαρτήσεων:  Μήπως υπάρχουν σοβαρές παράπλευρες επιπτώσεις από την επίτευξη του στόχου; Επί παραδείγματι: στο προηγούμενο παράδειγμα, μήπως  η λειτουργία νταμαριού στη συγκεκριμένη περιοχή οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας  σε άλλους τομείς (π.χ  στον τουρισμό);
Στην άλλη μορφή κριτικής, την (ιδιαιτέρως δημοφιλή) αναδρομική κριτική, συνεξετάζονται τα εξής βασικά στοιχεία:
1. Εξέταση του βαθμού επίτευξης του στόχου. Πετύχαμε 100% το στόχο μας; Αν όχι , τι έφταιξε;  Ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, και αν όχι γιατί;
2. Εξέταση του κόστους (κοινωνικού, περιβαλλοντικού, οικονομικού) επίτευξης του στόχου. Χρειάστηκαν όλοι οι προβλεφθέντες πόροι – ιδίως αν υπήρξε μερική μόνον επίτευξη στόχων- υπήρξε υπέρβαση του προϋπολογισμού, γιατί;
3. Υπήρξαν παράπλευρες απώλειες- επιπτώσεις; Ποιες και γιατί;
4. Χρειάζεται να γίνουν αλλαγές σε κάποιους τομείς της δραστηριότητας μας ή του τρόπου λειτουργίας της μονάδας μας; (επαναξιολόγηση προσώπων, δομών, λειτουργιών, διαδικασιών, στόχων, κοινωνικών συμμαχιών κλπ).
   Βάσει των ανωτέρω, είναι πρόδηλο ότι η λογοδοσία εμπεριέχει το στοιχείο της κριτικής. Πρωτίστως -αλλά όχι αποκλειστικά- η λογοδοσία χρησιμοποιεί την αναδρομική κριτική. Η λογοδοσία προϋποθέτει τη δυνατότητα άσκησης κριτικής ως προς τις επιδόσεις ανθρώπων και δομών. Σημειωτέον πως ως «δυνατότητα κριτικής» εννοούμε τόσο την ελευθερία άσκησης δημόσιας κριτικής όσο και την ικανότητα άσκησης σωστής κριτικής. Πρόκειται, βεβαίως, για δύο διαφορετικές έννοιες.
   Αυτό που θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο σε αυτή την εισαγωγική ανάπτυξη του όρου λογοδοσία είναι η διττή  υπόσταση του όρου: από γνωσιολογική άποψη παρέχουμε  μία γνώση για κάτι, από ηθική άποψη έχουμε μίαν ευθύνη για κάτι.


Γ.  Η στοχοθεσία ως προϋπόθεση  ουσιαστικής λογοδοσίας

Στο χώρο της δημόσιας διοίκησης δεν υπάρχουν δράσεις-αυτοσκοποί. Πώς μπορούμε να κρίνουμε το αποτέλεσμα μιας δράσης αν δεν γνωρίζουμε τι περιμέναμε από αυτή τη δράση; Κάθε ενέργεια στοχεύει, πρέπει να στοχεύει, σε κάτι. Αυτό ισχύει είτε αναφερόμαστε σε αυτόνομες, είτε σε συμπληρωματικές ενέργειες.
   Δεδομένου ότι στα περισσότερα ανθρωπογενή συστήματα υπάρχει, εγγενώς, η αδυναμία ακριβούς μέτρησης η ποσοτικοποίηση των στόχων δεν είναι εύκολη, και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι άμεσα εφικτή. Επί παραδείγματι, ο στόχος για ‘φιλική υποδοχή των πολιτών’ ή ‘ευγενικής συμπεριφοράς των υπαλλήλων’ δύσκολα μπορεί να συνοδεύεται από μια άμεση μέτρηση αποτελέσματος. Αυτό που μπορεί να γίνει είναι ή έμμεση μέτρηση, π.χ. με τη μέτρηση της μείωσης των παραπόνων των πολιτών.
   Βεβαίως, σε οντότητες που προκύπτουν από ανοικτές και δημοκρατικές εκλογικές διαδικασίες - όπως κυβερνήσεις ή αυτοδιοικητικές παρατάξεις - υπάρχει η διακριτική ευχέρεια του προσδιορισμού στόχων. Μάλιστα, η αρθρωμένη παρουσίαση των στόχων στο χώρο της πολιτικής είναι ο κορμός του κομματικού ή παραταξιακού προγράμματος που καλείται να επιλέξει ο ψηφοφόρος.


Δ.  Η διαφάνεια και η λογοδοσία ως όπλα κατά της διαφθοράς
Γενικώς, ως διαφθορά εννοούμε την μείωση των ηθικών αντιστάσεων, την εξαχρείωση, την ανηθικότητα. Η διαφθορά είναι παγκόσμιο φαινόμενο και η παρουσία της χάνεται στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας.

   Υπάρχουν πολυάριθμες μορφές και ευκαιρίες για διαφθορά, ανάλογα με το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται, αλλά ο επικρατέστερος τομέας, κυρίως λόγω συχνότητας αλλά και έκτασης, είναι η διαφθορά στο δημόσιο τομέα. Για την περίπτωση του Δημόσιου τομέα είτε σε επίπεδο υπαλλήλων, είτε σε επίπεδο πολιτικής εξουσίας, η Παγκόσμια Τράπεζα ορίζει την διαφθορά ως την ‘κατάχρηση δημοσίου αξιώματος για ιδιωτικό όφελος το οποίο μπορεί να είναι με τη μορφή χρήματος ή εύνοιας για την οικογένεια ή φίλους ή προς όφελος ομάδος συμφερόντων όπως πολιτικού κόμματος για να αποκτήσει ή να διατηρήσει εξουσία’.

   Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η διαφθορά δεν αφήνει ίχνη και για αυτό είναι δύσκολο να εντοπιστεί και ακόμη δυσκολότερο να μετρηθεί. Υπάρχει, βεβαίως, η υποκειμενική αντίληψη για τη διαφθορά σε ένα χώρο που εδράζεται είτε σε προσωπική εμπειρία, είτε σε αναφορές από αξιόπιστα πρόσωπα.

   Γενικώς, η μέτρηση της διαφθοράς γίνεται από εξειδικευμένες εταιρείες και έχει, πάντα, σοβαρά περιθώρια αβεβαιότητας. Οι μετρήσεις αυτές πρέπει πάντα να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη. Από τους πολλούς δείκτες μέτρησης της διαφθοράς που χρησιμοποιούνται διεθνώς, δύο μοιάζει να τυγχάνουν ευρύτερης αποδοχής. Ο ένας (CPI) είναι ο Corruption Perception Index (Δείκτης αντίληψης της διαφθοράς) που αναπτύχτηκε και χρησιμοποιείται από την οργάνωση Transparency International και ο άλλος (CCI) είναι ο Control of Corruption Index (Δείκτης ελέγχου της διαφθοράς) της World Bank.

   Ο Δείκτης αντίληψης της διαφθοράς (CPI) της Transparency International είναι ένας σύνθετος δείκτης που προκύπτει από τη μέτρηση πολλών παραμέτρων. Με 100 βαθμολογούνται οι χώρες με ελάχιστη διαφθορά, ενώ με 0 οι χώρες με βαθειά και εκτεταμένη διαφθορά. Γενικώς, χώρες με δείκτη  μικρότερο του 50 θεωρείται ότι έχουν σοβαρό πρόβλημα διαφάνειας. Για το 2012, (βλέπε Πίνακα 1) στις πρώτες τιμητικές θέσεις βρίσκονται η Δανία, η Φινλανδία και η Ν. Ζηλανδία με δείκτη 90. Στον Πίνακα 2  φαίνονται οι χώρες με τη χειρότερη επίδοση, δηλαδή με πολύ μεγάλη διαφθορά. Στον Πίνακα 3 φαίνεται η θέση στην οποία κινείται ο δείκτης για τη χώρα μας.

Πίνακας 1. Χώρες με χαμηλή διαφθορά (υψηλό CPI) για το 2012

100= Μηδενική διαφθορά,   0 = απόλυτη διαφθορά
Πηγή: Transparency International, στο http://cpi.transparency.org/cpi2012/

Πίνακας 2 : Χώρες με τον χαμηλότερο CPI για το 2012


100= Μηδενική διαφθορά,   0 = απόλυτη διαφθορά

Πηγή: Transparency International, στο http://cpi.transparency.org/cpi2012/



Πίνακας 3: Η παγκόσμια κατάταξη που βρίσκεται η χώρα μας το 2012 ως προς τη διαφθορά


100= Μηδενική διαφθορά,   0 = απόλυτη διαφθορά

Πηγή: Transparency International, στο http://cpi.transparency.org/cpi2012/


Η Ελλάδα για το 2012 βρίσκεται στην (διόλου τιμητική) 94η θέση του Πίνακα της Transparency International με δείκτη μόλις 36.  Έχει μεγαλύτερη διαφθορά από την Ζουαζιλάνδη, το Σουρινάμ και το Ελ Σαλβαδόρ και την ίδια ακριβώς βαθμολογία με Μπενίν, Κολομβία και Μογγολία.

Ο Πίνακας 4 προκύπτει από επεξεργασία στοιχείων της Transparency International για το 2012 με εστίαση στον Ευρωπαϊκό χώρο. Κατέχουμε, μακράν, την τελευταία (χειρότερη) θέση από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, αλλά έχουμε μεγαλύτερη εκτιμώμενη διαφθορά και από πολλά Ευρωπαϊκά κράτη που δεν είναι μέλη της ΕΕ. Παρά το ότι πολλές χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας εθεωρούντο ότι έχουν ρίζες με ιδιαίτερα αδιαφανείς πολιτικο-διοικητικές δομές και έντονο κεντρικό κομματικό έλεγχο, σήμερα βρίσκονται σε πολύ καλύτερη θέση – από άποψη βαθμού διαφθοράς- από τη χώρα μας.


Πίνακας 4 : Ο Ευρωπαϊκός  χώρος που βρίσκεται η χώρα μας για το 2012, ως προς τη διαφθορά


Επεξεργασία στοιχείων 2012 της Transparency International


Η  Transparency International-Ελλάς παρακολουθεί σε ετήσια βάση την έκταση της διαφθοράς στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα στη χώρα μας. Στον Πίνακα 5 παρουσιάζονται τα βασικά ευρήματα για τη διαφθορά στη χώρα μας για τα έτη 2007- 2012. Είναι ευρήματα με ιδιαίτερο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό ενδιαφέρον.

Από τα στοιχεία του Πίνακα 5 προκύπτει ότι ο χώρος της Υγείας κατέχει, διαχρονικά, τα σκήπτρα της διαφθοράς στη χώρα μας με τις Εφορίες να έρχονται- επίσης διαχρονικά- δεύτερες. Και οι δύο αυτοί χώροι άπτονται των πολιτικών του κεντρικού πολιτικού συστήματος. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, οι δήμοι κατέχουν την 6η θέση στην καταγραφή φαινομένων διαφθοράς. Βεβαίως, σε μια σύγχρονη κοινωνία πρέπει να υπάρχει μηδενική διαφθορά στην διαφθορά, από όπου και αν προέρχεται. Παρά ταύτα, οφείλουμε να τονίσουμε με έμφαση, πως η εικόνα που κατά καιρούς παρουσιάζουν ορισμένα ΜΜΕ είναι πολύ διαφορετική από αυτή των πλέον έγκυρων στοιχείων της Transparency International-Ελλάς, με εμφανή υπερτονισμό της διαφθοράς


Πίνακας 5: Ποσοστό επί των περιστατικών διαφθοράς

Πηγή: Εθνική έρευνα για τη διαφθορά στην Ελλάδα
Transparency International-Ελλάς 2013

στους ΟΤΑ. Δεδομένου ότι υπάρχει εκτεταμένη διεθνής βιβλιογραφία για τον αμφιλεγόμενο ρόλο πολλών ΜΜΕ στη διαπλοκή πολιτικών μηχανισμών και οικονομικών κέντρων  οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί σε πηχυαίους (και κατά κανόνα γενικόλογους και ανώνυμους) τίτλους για τη διαφθορά στο χώρο της Αυτοδιοίκησης.

Εν κατακλείδι:
Η λογοδοσία αφορά περισσότερο την αναδρομική κριτική, την δυνατότητα της εκ των υστέρων αξιολόγησης. Όμως είναι προϋπόθεση και της προληπτικής κριτικής γιατί μειώνει τους αστάθμητους παράγοντες. Όταν η κουλτούρα της λογοδοσίας είναι ισχυρή, τότε μπορεί κανείς με μεγαλύτερη βεβαιότητα να προβλέψει τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί μια διαδικασία, μια πρόταση πολιτικής, ένα σχέδιο.

Η λογοδοσία συνεπώς:
αυξάνει την ασφαλή πρόβλεψη έκβασης ενός εγχειρήματος καθώς μειώνει τις αστάθμητες παραμέτρους,
αυξάνει την αποτελεσματικότητα ανθρώπων και δομών μέσω της μείωσης των παρεκκλίσεων που παράγει η προοπτική ελέγχων,
μειώνει το κόστος παραγωγής έργου καθώς δημιουργεί εύλογες προσδοκίες μιας κανονικότητας στη λειτουργία ενός συστήματος,
προωθεί και εμπεδώνει την εμπιστοσύνη μεταξύ κοινωνικών εταίρων.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου